ευφημισμός

ευφημισμός
ο
1) хвала, восхваление; 2) эвфемизм; κατ' выражаясь эвфемистически; выражаясь деликатно

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "ευφημισμός" в других словарях:

  • εὐφημισμός — use of an auspicious word for an inauspicious one masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευφημισμός — ο (ΑΜ εὐφημισμός) [ευφημίζω] 1. έπαινος, εγκώμιο, εύφημη μνεία 2. γραμμ. σχήμα λόγου κατά το οποίο γίνεται χρησιμοποίηση εύφημης λέξεως για κάτι δυσάρεστο ή κακό: Εύξεινος πόντος αντί άξενος πόντος, γλυκάδι αντί ξίδι, Ευμενίδες αντί Ερινύες… …   Dictionary of Greek

  • ευφημισμός — ο λεκτικό σχήμα κατά το οποίο χρησιμοποιούμε λέξεις με καλή σημασία αντί λέξεων με κακή σημασία, π.χ. «καλό σπυρί», αντί άνθρακας, «το γλυκύ», αντί η επιληψία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐφημισμοῖς — εὐφημισμός use of an auspicious word for an inauspicious one masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφημισμοί — εὐφημισμός use of an auspicious word for an inauspicious one masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφημισμοῦ — εὐφημισμός use of an auspicious word for an inauspicious one masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφημισμῷ — εὐφημισμός use of an auspicious word for an inauspicious one masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφημισμόν — εὐφημισμός use of an auspicious word for an inauspicious one masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Beschönigen — Der Euphemismus (deutsch auch: Hehlwort, Hüllwort, Beschönigung, Verbrämung) (latinisierte Form des griechischen ευφημισμός, von altgriechisch euphemi „schönreden, beschönigen“) bezeichnet Wörter oder Formulierungen, die einen Sachverhalt… …   Deutsch Wikipedia

  • Beschönigung — Der Euphemismus (deutsch auch: Hehlwort, Hüllwort, Beschönigung, Verbrämung) (latinisierte Form des griechischen ευφημισμός, von altgriechisch euphemi „schönreden, beschönigen“) bezeichnet Wörter oder Formulierungen, die einen Sachverhalt… …   Deutsch Wikipedia

  • Euphemie — Der Euphemismus (deutsch auch: Hehlwort, Hüllwort, Beschönigung, Verbrämung) (latinisierte Form des griechischen ευφημισμός, von altgriechisch euphemi „schönreden, beschönigen“) bezeichnet Wörter oder Formulierungen, die einen Sachverhalt… …   Deutsch Wikipedia


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»